Πρώτο Πάτωμα (ΔΙΗΓΗΜΑ)

(απόσπασμα)

…Τα σκαλιά του κτιρίου, σταμάτησαν μπροστά σε μια παλιά ξύλινη σκουροκόκκινη πόρτα. Χτυπήσαμε το χρυσό ρόπτρο με μορφή λιονταριού που υπήρχε πάνω της και εκείνη άνοιξε μεμιάς. Μπροστά μας εμφανίστηκε ένας μελαχρινός άντρας με μια τεράστια ουλή κατά μήκος του προσώπου του. Τα μάτια του έλαμπαν και έκρlions-headυβαν μέσα τους μια αδημονία. Θαρρείς και μας περίμενε μέρες εκεί. Παραμέρισε για να μπούμε και έκλεισε απότομα την πόρτα πίσω μας. Μια μυρωδιά κλεισούρας και καμένου ήταν το πρώτο πράγμα που μυρίσαμε μόλις μπήκαμε στο μαγαζί. Η προσπάθεια να ρίξουν άρωμα τριαντάφυλλου παντού για να την καλύψουν, ήταν αποτυχημένη. Μια κλασική ορχηστρική μουσική γέμιζε το χώρο. Ο χαμηλός φωτισμός με τα διάσπαρτα κηροπήγια και τις επταλυχνίες, έδιναν την αίσθηση μιας άλλης εποχής. Τα σκοτεινά χρόνια του μεσαίωνα. Οι βαριές βελούδινες κουρτίνες που έπεφταν από τα παράθυρα, ήταν κλειστές. Το πάτωμα, ήταν καλυμμένο από χοντρά χειροποίητα χαλιά και τα έπιπλα, παλιά. Αντίκες.
Πάρα τις αντιρρήσεις μας, ο σερβιτόρος με την ευγένειά του κατάφερε να μας πείσει να καθίσουμε στο κεντρικό τραπέζι του μαγαζιού. Οι λιγοστοί θαμώνες που υπήρχαν τριγύρω, γύρισαν και μας κοίταξαν αδιάκριτα. Τα πρόσωπα τους ήταν ωχρά. Έμοιαζαν με παράξενα γκαργκόιλ. Τα ρούχα τους, παλιά και φθαρμένα. Ένας κύριος με λιπαρά μαλλιά, ο μόνος που φόραγε κουστούμι, συνέχισε να μας κοιτάζει επίμονα, παίζοντας με τη γραβάτα του.
Οι τοίχοι, ήταν γεμάτοι με πίνακες. Περίεργους πίνακες. Κάποιοι μάλιστα, ήταν κενοί. Άλλοι πάλι, ήταν μισοτελειωμένοι.
«Θαρρείς και ο καλλιτέχνης βαρέθηκε να συνεχίσει την ζωγραφική του», παρατήρησε η Μαρία και εγώ συμφώνησα. Εκτός βέβαια από τους δυο πίνακες που υπήρχαν κοντά στην είσοδο. Ο ένας ήταν το πορτρέτο μιας ξανθιάς κυρίας. Τα μαλλιά της, λυτά και άγρια, έπεφταν δεξιά και αριστερά στους ώμους της, ενώ το βλέμμα της έκρυβε μίσος. Στον άλλον, υπήρχε ένα γραφείο μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Καθόταν ένας κύριος με την πλάτη γυρισμένη. Στο λαιμό του, ένα καρό φουλάρι ανέμιζε στο ρυθμό κάποιου ανέμου.
Δίχως να έχουμε παραγγείλει, κατέφθασε στο τραπέζι μας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Το χρώμα του, τόσο βαθύ, μας παρακινούσε να το γευτούμε. Νότες βανίλιας και μπαχαρικών απλώθηκαν στον ουρανίσκο μας, διεγείροντας μυστηριωδώς όλες μας τις αισθήσεις. Η Μαρία εκστασιασμένη από τη γεύση, έβαλε και δεύτερο ποτήρι για να πιει. Εγώ παρατηρούσα το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που υπήρχε πίσω της.
«Απίστευτο» αναφώνησα. «Το δέντρο αντί για μπάλες έχει πόμολα από πόρτες κρεμασμένα. Μάλιστα βλέπω και αριθμούς γραμμένους επάνω τους. Νομίζω πως είναι ημερομηνίες».
Η Μαρία γύρισε το κεφάλι της απότομα για να δει, και μια κοπέλα που ήταν κρυμμένη κάτω από την σκιά μιας παλιάς εταζέρας την κάρφωσε με το παγωμένο βλέμμα της.
«Δεν ξέρω», μου απάντησε σέρνοντας τις λέξεις. «Όλα εδώ μέσα μου φαίνονται λιγάκι περίεργα.».
Δεν είχε άδικο. Μια παράξενη ατμόσφαιρα επικρατούσε μέσα στον χώρο. Όλοι ήταν αμίλητοι. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. Και το κομμένο κεφάλι της κούκλας που είδα πάνω σε ένα παλιό μπαούλο έκανε κάθε τρίχα του κορμιού μου να σηκωθεί…

(…)

(Το διήγημα κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις i Write στην Ανθολογία «Ιστορίες του Άναμεσα»)

Συγγραφέας: Σωτηρια Ιωαννιδου

Πηγή

Loading...

Leave A Comment