Με το Φεγγάρι Ολόγιομο…(ΔΙΗΓΗΜΑ)

(απόσπασμα)

Ήταν Σάββατο βράδυ. Περίμενα την μητέρα μου να κοιμηθεί. Κοιμόταν πάντα νωρίς. Μόλις άκουσα και το ροχαλητό του πατέρα μου, άνοιξα κρυφά το παράθυρο μου και πήδηξα έξω. Πήρα το ποδήλατο μου και άρχισα να τρέχω προς το σπίτι της Γιαννούλας. Η περιέργεια μου ήταν μεγάλη μα και ο φόβος μου το ίδιο. Την είδα την ώρα που έβγαινε από το σπίτι της φορτωμένη με ένα μεγάλο καλάθι. Την ακολούθησα. Αφού περπατήσαμε αρκετή ώρα μέσα στο δάσος κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα ξέφωτο. Κρυμμένη πίσω από τα δέντρα παρακολούθησα όλη την τελετή. Η ώρα ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα. Είχε βγάλει από το καλαθάκι της ένα μαχαίρι με μαύρη λαβίδα και χάραξε πάνω στο γρασίδι ένα μεγάλο πεντάκτινο αστέρι. Μετά πήρε πέντε λευκά κεριά και τα τοποθέτησε στις άκρες του. Έβγαλε το νερό που της είχε δώσει η μαμά της Αγγελικής και έλουσε με αυτό τα μαλλιά της. Έπειτα την άκουσα να ψέλνει.
«…Θεός εκδικήσεων Κύριος…. Υψώθητι ο κρίνων την γην, απόδος ανταπόδοσιν…», πρέπει να ήταν από τους ψαλμούς του Δαβίδ. Η γη σείστηκε θαρρείς και θα άνοιγε στα δυο. Άλειψε το σώμα της με ένα λάδι που έβγαλε από ένα μικρό μπουκαλάκι και έπειτα χάραξε την παλάμη της μέχρι να τρέξει αρκετό αίμα επάνω στον καθρέφτη που κρατούσε. Τον έτεινε προς τη σελήνη προστάζοντας την να κατεβεί και να τη βοηθήσει. Μα το Θεό σας λέω είδα το φεγγάρι να χαμηλώνει και το πρόσωπο της… Δεν ξέρω αλλά μου φάνηκε πως άλλαζε συνέχεια μορφή. Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Έπειτα ξάπλωσε μέσα στο αστέρι που είχε χαράξει και κοιμήθηκε. Τη συνέχεια δεν την γνωρίζω. Έφυγα τρέχοντας σπίτι μου. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Έβλεπα παντού σκιές. Νόμιζα πως θα μπει στο δωμάτιο μου και θα με αρπάξει από το λαιμό.

(…)

(το διήγημα κυκλοφορεί απο τις Εκδόσεις i write στην συλλογή «Οι Μάγισσες της Θεσσαλίας»)

Συγγραφέας: Σωτηρια Ιωαννιδου

Πηγή

Leave A Comment

Μπείτε στην παρέα μας!

Μείνετε ενημερωμένοι μέσα από το Facebook